Το στοιχειωμένο γιοφύρι του Ροβοάμ
Κείμενο: Κώστας Λιάπης
Πλάι στο γραμμένο θέρετρο του Αη-Γιάννη κουρνιάζει διακριτικά κάτω από τον παχύ ίσκιο αιωνόβιων πλατανιών το παλιό καθολικό του μοναστηριού του Προδρόμου. Ανάμεσα στο Θέρετρο και στο ξωκλήσι του ερημίτη Αγίου κυλάει τα νερά του τα βουνίσια το ποτάμι της Μαυρούτσας.
Πάνω σ' αυτό, για το πέρασμα του είναι στημένο ένα ξύλινο γιοφύρι, που δεν απαριθμεί πολλών χρόνων ζωή. Πριν από δαύτο, όσο τουλάχιστον θυμούνται οι πιο γέροι της περιοχής, ο δράκοντας του ποταμού, με τις χειμωνιάτικες κατεβασιές, καταβρόχθισε με φοβερό σύβροντο κάμποσα ως τα σήμερα πέτρινα και ξύλινα γιοφύρια, που στήριξαν οι γυροχωριανοί στο ίδιο πάντα στενό μέρος του ποταμού όπου τελειώνει την ξύλινη παρουσία του και την αμφίβολη αντοχή του και το τωρινό γιοφύρι. Η διαιωνιζόμενη τούτη αμάχη των καταλυτικών στοιχείων της φύσης με το μόχθο και την επιμονή των ανθρώπων ήταν φυσικό και μοιραία να γεννήσει στη λαϊκή ψυχή το θρύλο για το στοιχειό τούτου του γιοφυριού, το θρύλο του καλόγερου Ροβοάμ.
Η παράδοση μας λέει πως ο Ροβοάμ ήταν ένας καλοστεκούμενος, ψηλός και λιανοκόκκαλος καλόγερος, που μόναζε στο μοναστήρι του Αη-Γιάννη, τότε που αυτό βρισκόταν στις μεγάλες δόξες του. Πολυδιαβασμένος και ανοιχτόκαρδος άνθρωπος, κατά πως λέει η παράδοση κάτεχε γνώσεις και μυστικά που δαύλιζαν τους κοληγάδες του μοναστηριού και του άλλους ξωμάχους της περιοχής, που τον αποζητούσαν για τις γουστόζικες και παράξενες ιστορίες του και το αστείρευτο κέφι του. Κείνο τον καιρό ο δράκος που ποταμού αφάνισε, μέσα στον ίδιο πάντα τόπο Μουρεσιώτες τεχνικές. Οι γυροχωριανοί τα χρειάστηκαν για τα καλά.
Τσαγκαραδιώτες, Ξουριχτιανοί και Μουρεσιώτες, δίχως τούτο το γιοφύρι, απόμειναν ξεκομμένοι απ' τη μοναδική σ΄ όλη την περιοχή Αη-Γιαννιώτικη σκάλα. Έπρεπε, λοιπόν να βρεθεί τρόπος να γεφυρωθεί γοργά και στέρεα το ποτάμι. Γυροχωριανοί και καλόγεροι έπεσαν πάλι με τα μούτρα στη δουλειά. Ετοιμάζονταν με βαριά καρδιά να στήσουν στο βούρκο της ακροποταμιάς ένα ακόμα γιοφύρι, αυτό που πάσχιζε κιόλας να σχεδιάσει ταμπλατισμένος ο πρωτομάστορας. Όλοι μιλούσαν για στοιχειωμένο γιοφύρι, όπως της Άρτας. Και ο ντόπιος αυτός θρύλος βάζει τον πολύξερο Ροβοάμ να φανερώσει στον ανυποψίαστο πρωτομάστορα το φοβερό μυστικό που 'κρυβε τη λύση για το στερέωμα του καταραμένου γιοφυριού: "Αν δε στοιχειώστε άνθρωπο γιοφύρι δεν στεριώνει..." και για γίνει τούτο, θα 'ταν αρκετό να πέσει το πρώτο θεμελιακό αγκωνάρι στο μέρος που θα ίσκιωνε ο χαλαλισμένος για του γιοφυριού το στερέωμα άνθρωπος. Κι αυτός ο άνθρωπος θα 'ταν ξεγραμμένος. Στο χρόνο πάνω ο θάνατος θα σφράγιζε τη θυσία του. Αγαθοί και άδολοι άνθρωποι, μπολιασμένοι ως το μεδούλι με τις προλήψεις, δε δυσκολεύτηκαν να πιστέψουν το φοβερό μυστικό που τους αποκάλυψε ο πολύπειρος γέροντας.
Δεν έμενε λοιπόν άλλη λύση παρά το "στοίχειωμα" του γιοφυριού, έστω και αν με δαύτο χαλαλιζόταν άνθρωπος. Το κουβέντιασαν με τις ώρες οι μαστόροι στον ίσκιο του πλατανιά. Το ζύγισαν απ' όλες τις μεριές. Το ψιλοκοσκίνισαν όσο έπρεπε και στα στερνά βγάλαν τη φοβερή απόφαση. Θα στοίχειωναν στο γιοφύρι έναν από τους ξενομερίτες καλόγερους του μοναστηριού διαλεγμένον ανάμεσα στους άλλους με κλήρο. Ρίξανε λοιπόν την "κουντούρα" κι εκείνη έλαχε κατά διαβολική σύμπτωση να πέσει σ' αυτόνε που τους άνοιξε τα μάτια. Ήταν τα χρόνια που η μοίρα κυβερνούσε παντοδύναμη τους ανθρώπους. Κανένας λοιπόν δεν μπορούσε να της πάει κόντρα. Τον Ροβοάμ διάλεξε εκείνη; Το Ροβοάμ θα χαλάλιζαν Αυτό ήταν το γραφτό του και το γραφτό τους. Στο άψε σβήσε σκάρωσαν και το σχέδιο για να ξεγελάσουν τον καλόγερο. Ένας μάστορας λοιπόν απ' την κομπανία πήγε και φώναξε το Ροβοάμ να κοπιάσει αν ήθελε κοντά τους, να πιει απ' την κρασόφλασκά τους, σας όπως άλλωστε το συνήθιζε. Πρόθυμος και γελαζούμενος ζύγωσε στο αποχείλωμα της όχθης να τους χαιρετίσει και ο ίσκιος του σχεδιάστηκε πελώριος στο ολοχάσκωτο θεμέλιο του γιοφυριού. Γοργά ο πρωτομάστορας, που καραδοκούσε την ευκαιρία, έριξε το πρώτο αγκωνάρι στο μέρος όπου έπεφτε η σκιά απ' το κεφάλι του καλόγερου. Την ίδια σχεδόν στιγμή ένα πονεμένο βογκητό ξέσκισε τα στήθια του Ροβοάμ. Τα γυροπόταμα αντιβούιξαν από τα μουγκρητά του άμοιρου καλόγερου, που γρίκησε τη συμφορά του και κοίταξε φαρμακωμένος την κομπανία. Τρικλίζοντας σα λαβωμένο θεριό γύρισε και κλειδαμπαρώθηκε στο κελί του για να μη ξαναβγεί απ' αυτό παρά στο χρόνο πάνω, τότε που ο θάνατος σφράγισε με μαύρη βούλα την αθέλητη θυσία του.
Τον έθαψαν δίπλα στο γιοφύρι που του πήρε τη ζωή του. Όταν τον ξέθαψαν κράτησαν το κρανίο του σαν ιερό λείψανο στο μοναστήρι και βρίσκεται εδώ για να θυμίζει το θρύλο.